Η ηθοποιός Αννίτα Δεκαβάλλα μιλά για το έργο «Ταξίδι μακριάς μέρας μέσα στη νύχτα» του Γιουτζήν Ο’Νηλ και την ηρωίδα της Μαίρυ Ταϋρόουν

Συνέντευξη στην Τάνια Νικολοπούλου και το likewoman.gr

 

*Συνέντευξη με την ηθοποιό Αννίτα Δεκαβάλλα με αφορμή την θεατρική παράσταση «Ταξίδι μακριάς μέρας μέσα στη νύχτα» του Γιουτζήν Ο’Νηλ, που παρουσιάζεται στο Θέατρο Εξαρχείων

 

– Μαίρυ, δεν μπορείς να ξεχάσεις;

– Όχι, αγάπη μου. Γιατί να ξεχάσω; Πώς να ξεχάσω; Το παρελθόν είναι παρόν· είναι και μέλλον. Όλοι προσπαθούμε να ξεφύγουμε απ’ αυτό· όμως, η ζωή δε μας το επιτρέπει. Ωστόσο μπορώ να συγχωρήσω. Οπότε μη νιώθεις τύψεις!

Ο θεατρικός συγγραφέας Γιουτζήν Ο’Νηλ «ασπάστηκε» τη δύσμοιρη ζωή του. Μερόνυχτα σε ένα υπόγειο δωμάτιο του κόσμου, έγραφε για τη μαμά του, για τον μπαμπά του και τον αδελφό του. Κανείς δεν ήξερε για εκείνους, χάθηκαν και ποτέ δε μαθεύτηκε η ηρωική στάση τους απέναντι στα δεινά της ζωής, στα πάθη τους, στις αδυναμίες τους και τις εκτονωτικές τους αποδράσεις: στο αλκοόλ και τη μορφίνη, όπως αποκαλύπτει ο συγγραφέας στο έργο του «Ταξίδι μακριάς μέρας μέσα στη νύχτα». Φοβήθηκε, ο σπουδαίος εκείνος συγγραφέας, γιατί το έργο αυτό έγραφε για εκείνον, για την οικογένειά του, ανθρώπινα, υπαρκτά όντα: Η σκιαγράφηση μιας αλήθειας που καταπονεί τον δημιουργό…

Πως γράφηκε αυτό το έργο; Με αίμα και δάκρυα σε λευκό-χαρτα άδεια, άχαρα. Το σώμα και η ψυχή του Γιουτζήν Ο’ Νηλ πλάνταξαν στη σανιδένια του επιφάνεια, όπου έγραφε τ’ αριστουργήματά του. Αυτό το έργο, κι ο ίδιος το πίστεψε, όμως, δεν έζησε για να βεβαιωθεί, ήταν το καλύτερο που είχε γράψει. Όταν ο Ο’ Νηλ έγραφε με τη πένα που τρυπούσε τη ψυχή του, ρούφαγε το αίμα του και έσταε αδιάκοπα, αδιάλεχτα στο χαρτί, δεν άφηνε κανέναν να διαβάσει ούτε μία γραμμή. Σφράγισε το έργο του και ζήτησε ν’ ανοιχτεί 25 χρόνια ύστερα από τον θάνατό του.

Σε αυτό το έργο καδράρονται τέσσερις μορφές-ζωές, ένας πατέρας, περίφημος και σπουδαίος ηθοποιός της εποχής, ο θρυλικός  Ταϋρόουν, η γυναίκα του Μαίρυ Ταϋρόουν, η πιο τραγική ρωγμή του έργου, ήταν μορφινομανής, βυθισμένη στην κατάθλιψη, και οι δύο γιοι της οικογένειας Ταϋρόουν: ο Γιουτζήν  και ο Έντμοντ, άνεργοι και αλκοολικοί. Προκαλεί δέος αυτή η ιστορία, που «καθαρογράφει» την πραγματική ζωή ανθρώπων γνώριμων της κάθε εποχής. Εγκλωβισμένοι άνθρωποι, που αγαπούν και αγαπιούνται, αλλά δεν γνωρίζουν πώς να εκφραστούν, παρά επιλέγουν έναν βασανιστικό και ασφυκτικό τρόπο: να πληγώνουν και να πληγώνονται.

Αν γράφεις για τη δική σου ζωή, παρά ν’ αποτυπώνεις ξένες και απόμακρες ζωές αλλοτινών ηρώων, είναι σαν να τρυπάς χιλιάδες φορές το δέρμα σου και να μην στάει μελάνι, παρά μαύρο αίμα. Ο Γιουτζήν Ο’ Νηλ μιλά για την αγάπη, την απελπισμένη αγάπη, που μετατρέπει σε δράμα τη ζωή αθώων και αδύναμων ανθρώπων.

Αυτό το έργο διαδραματίζεται στο Θέατρο Εξαρχείων, σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Κοέν, με τους ηθοποιούς: Στέφανος Κυριακίδης (Ταϋρόουν), Αννίτα Δεκαβάλλα (Μαίρυ), Χάρης Μαυρουδής (Τζέημι), Γιώργης Βασιλόπουλος (Έντμοντ) να ενσαρκώνουν πραγματικούς ήρωες.

Φτάνω στο Θέατρο Εξαρχείων, χτυπώ το κουδούνι, εκείνη με περιμένει πίσω από την πόρτα. Η ηθοποιός Αννίτα Δεκαβάλλα με περιάγει στον μικρόκοσμό της, τη στέγη που πλάθεται, σκαλίζεται και δημιουργείται Τέχνη. Ένας χώρος νεοκλασικός, με έπιπλα που μοιάζουν με εκείνα παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας. Στην θεατρική σκηνή, που μοιάζει με αυλή, νιώθω μια μικρή αγαλλίαση και γοητεύομαι από την ομορφιά του, αλλά και το μεράκι που έχει κτιστεί, ιδιαιτέρως όταν μου είπε η Αννίτα πως έψαχναν ένα κτήριο φθηνό, διότι δεν είχαν χρήματα. Μπαίνω σε ένα δωμάτιο, χαμηλοτάβανο, το παράθυρο κοιτάζει σε μια παιδική χαρά, εκεί που ήταν κάποτε το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν. Παντού βιβλία, ένας χώρος ζεστός, που ευθύς σου δίνει το ερέθισμα να γράψεις, να δημιουργήσεις. Λέω στην Δεκαβάλλα: «Μοιάζει με δωμάτιο ποιητή» και εκείνη τη στιγμή κοιτώ μια φωτογραφία του Ρίτσου σε μια κορνίζα στον τοίχο. Γράμματα, Τέχνη, ποίηση συντάσσονται και δημιουργούν ένα κλίμα που με ωθεί, κι εκείνη την ωθεί. Την κοιτώ, τη ρωτώ: «Μπορούμε να ξεκινήσουμε;» και ξέχασα πως τελείωσε αυτή η συζήτηση, παρά απόμεινα να την ακούω με ενατένιση, με ενδιαφέρον και περιέργεια. Πολλές, πολλές εικόνες θωρούσα από τις λέξεις που μου άπλωνε.

  • Τι πραγματεύεται το έργο του Ο’ Νήλ «Ταξίδι μακριάς μέρας μέσα στη νύχτα»; Σε ποια ιστορία μας περιάγει;

Το «Ταξίδι μακριάς μέρας μέσα στη νύχτα» είναι το αυτοβιογραφικό έργο του Γιουτζήν Ο’ Νηλ. Ο Ο’Νηλ ήθελε να γράψει κάτι για την οικογένειά του, αλλά αυτό τον βασάνιζε πολύ, γιατί ήταν μια πολύ προσωπική εμπειρία, που τον τραυμάτισε και τον στιγμάτισε. Έφτασε 52 χρονών για να μπορέσει να απελευθερωθεί, να τολμήσει να  γράψει τελικά αυτό το έργο, και όταν το έγραψε, ήταν τόσο σπουδαία και μαρτυρική η αλήθεια του, που δεν άφηνε κανέναν να διαβάσει το έργο του όσο ζούσε. Δεν ήθελε καθόλου να παιχτεί στην θεατρική σκηνή, παρά μονάχα 25 χρόνια μετά τον θάνατό του, το είχε σφραγίσει. Ένας άλλος μεγάλος Αμερικανός συγγραφέας, ο Άρθουρ Μίλερ, έλεγε ότι: «Αν έχω γράψει κάτι, ένα έργο, που δεν ντρέπομαι, τότε σημαίνει ότι δεν θα είναι καλό», γιατί πρέπει να βάλεις τόσο πολύ το προσωπικό σου στοιχείο, τόσο πολύ αυτά που κρύβεις βαθιά μέσα στην ψυχή σου, που ντρέπεσαι να τα δουν και να τα διαβάσουν οι άλλοι, δεν θέλεις, θέλεις να τα φυλάξεις. Και γι’ αυτό πιστεύω ότι το «Ταξίδι μακριάς μέρας μέσα στη νύχτα» είναι ένα πολύ συναισθηματικά δυνατό έργο, τον γραπώνει τον θεατή από το κεφάλι και δεν τον αφήνει να πάρει ανάσα, γιατί μπορεί και ταυτίζεται. Το είχα διαβάσει και το λάτρευα αυτό το έργο από την εφηβεία μου. Όταν το ξαναδιάβασα τώρα, μετά από πολλά χρόνια, έκλαψα στο τέλος, και σκέφτηκα πως αυτό που εκφράζει και θέλει να πει αυτή η ιστορία, είναι πόσο βασανίζουμε αυτούς που αγαπάμε και πόσο μας βασανίζουνε αυτοί που μας αγαπούν, είναι αυτό που λέμε: «Μαζί δεν κάνουμε και χρόνια δεν μπορούμε». Η οικογένεια αυτή ήταν φοβερά δεμένη και ο Ο’ Νηλ το υποστήριζε αυτό σε υπερθετικό βαθμό: πως αυτή η εξάρτηση που έχουμε από τους δικούς μας ανθρώπους, από τη μία σε ικανοποιεί και σε γεμίζει, όμως, από την άλλη,  σε βασανίζει, σε καταπιέζει. Όλο αυτό το πλέγμα, πραγματεύεται, στην ουσία, το έργο.

  • Ποια ηρωίδα ενσαρκώνετε στην παράσταση; Ποια τα ηθογραφικά και ψυχικά στοιχεία της ρεαλιστικής αυτής φιγούρας του Ο’ Νηλ;

Υποδύομαι την Μαίρυ Ταϋρόουν, που είναι μια γυναίκα πολύ γλυκιά και βασανισμένη, γιατί είναι μορφινομανής, είναι τοξικο-εξαρτημένη. Σε κάποια φάση της ζωής της πέρασε μια δύσκολη γέννα στο τρίτο της παιδί. Έπεσε σε έναν τυχάρπαστο γιατρό, εντελώς άσχετο, ο οποίος της έδωσε κωδεϊνούχα, παυσίπονα. Εκείνη άρχισε, απ’ ότι φαίνεται από τον πόνο, να καταναλώνει μεγάλες ποσότητες, με αποτέλεσμα να πάθει εξάρτηση. Μπορεί να «εξασθένησε» ψυχικά από τα φάρμακα η Μαίρυ, όμως ένα πρόβλημα που προϋπήρχε, ίσως να ήταν η κατάθλιψη. Η ψυχική της κατάρρευση μπορεί να οφείλεται στον απρόοπτο θάνατο του δεύτερου παιδιού της. Ήταν πολύ ταλαιπωρημένη, γιατί βίωνε μια μοναχική ζωή.  Τον άνδρας της, τον ηθοποιό Ταϋρόουν, που συνέχεια λείπει σε περιοδείες, τον παντρεύτηκε πολύ μικρή, ξεκόπηκε από την οικογένειά της, από τις φίλες της. Η Μαίρη είναι ένα πονεμένο πλάσμα και παλεύει με την εξάρτησή της, κάθε τόσο πηγαίνει να κάνει αποτοξίνωση, όμως, ξανακυλάει. Τα δυο παιδιά της, που έχουν μεγαλώσει με μια μάνα, που είναι μορφινομανής, έχουν κι αυτά προβλήματα. Όλοι τους είναι πολύ ευαίσθητοι άνθρωποι: ο πατέρας, τα δύο παιδιά, που είναι πολύ ταλαντούχα, αλλά είναι άνεργα, μεθάνε και αυτά σαν τον πατέρα τους, είναι αλκοολικοί… Μπορεί να πεις ότι είναι μια οικογένεια που ζει πιο ακραίες καταστάσεις απ’ ότι μια σύγχρονη δική μας, αλλά, πάλι, σε αυτόν τον φαύλο κύκλο, που υπάρχει η αγάπη, το μίσος, η καταπίεση, η συγχώρεση, η κατηγόρια, σύγκρουση, το μοναδικά αυτό γραμμένο έργο, υπάρχουν στοιχεία διαχρονικά, που δεν αλλάζουν στο πέρας των χρόνων.

  • Θαρρείτε πως αυτό φοβόταν ο Ο’ Νηλ; Ακριβώς επειδή έγραφε για τις ψυχικές διαταραχές της οικογένειάς του, δεν ήθελε να παραχωρήσει το έργο του, όσο ζούσε, στην ανθρωπότητα;

Το πιστεύω. Ο Ο’ Νήλ δεν ήθελε τα παιδιά του να διαβάσουνε για τη μητέρα  του, δηλαδή τη γιαγιά τους, γιατί ήταν μυστική η ζωή αυτών των ανθρώπων, ο κόσμος δεν είχε αντιληφθεί τα όσα συνέβαιναν σε εκείνο το σπίτι, στα μάτια του κόσμου η Μαίρη ήταν μια αξιοπρεπής γυναίκα, που όντως ήταν, αλλά ότι ήταν μορφινομανής μόνο η οικογένεια το γνώριζε. Μια άλλη εκδοχή είναι, πως ίσως ο Γιουτζίν δεν μπορούσε να αντέξει να δει στη σκηνή αυτά τα πρόσωπα, τα τόσο σημαντικά για εκείνον, να τα υποδύονται κάποιοι ξένοι. Κανένας, όσο καλός ηθοποιός κι αν ήταν, δεν θα απέπνεε αυτό που ήταν η μητέρα του, ο πατέρας του, ο αδελφός του…

  • Μπορούμε να δικαιολογήσουμε τους ήρωες για τις αντιδράσεις και τα ξεσπάσματά τους;

Βέβαια μπορούμε, και είναι αναγκαίο να τους δικαιολογήσουμε. Οι ήρωες του έργου είναι όλοι καλοί άνθρωποι, ευαίσθητοι, ο Ο’ Νηλ αγαπάει πολύ τους ήρωές του, αλλά έχουνε μπλέξει σε ένα παρελθόν. Ο ηθοποιός Ταϋρόουν δεν ήταν υπεύθυνος για το παρελθόν του: ήρθε πάμφτωχος, σχεδόν δέκα χρονών, από την Ιρλανδία, κι έπρεπε  να δουλέψει για να συντηρήσει την οικογένειά του. Η Μαίρη Ταϋρόουν αν δεν είχε ερωτευτεί, κι έπραττε όπως της έλεγε η μητέρα της: να μην είχε παντρευτεί αυτόν που είναι ηθοποιός και να είχε κάνει ένα αξιοπρεπή γάμο, πιθανόν να είχε μια πιο γαλήνια ζωή. Η υπέρβαση που έκανε και ακολούθησε την καρδιά της, αυτό, κατά κάποιον τρόπο, ήταν και η καταστροφή της. Άλλωστε, όλοι κάτι άλλο ονειρευόμαστε, αλλά κάτι άλλο τελικώς ζούμε.

  • Μια σημαντική διαπίστωση στην ανάγνωση και την παρουσίαση του έργου…

Αυτό το έργο είναι δύσκολο, γιατί σε περιάγει τόσο σε βάθος, που από τον ηθοποιό απαιτεί αλήθεια.  Το γοητευτικό σε αυτό το έργο είναι ότι αυτά τα πρόσωπα ήταν υπαρκτά, οπότε μπορείς να διαβάσεις και να γνωρίσεις το παρελθόν τους, τη ζωή τους.  

  • Ποιες σκηνές είναι κομβικές και καθοριστικές για το έργο και τη ζωή των ηρώων;

Η πιο δυνατή στιγμή είναι εκείνη που η Μαίρη εξομολογείται πως φταίει για τον θάνατο του μωρού της… Μετά γυρίζει και κατηγορεί τον άντρα της, αλλά μετά το παίρνει πίσω, αλλά κατηγορεί λίγο και το μεγάλο παιδί, μετά πάλι το παίρνει πίσω και κλαίει, χτυπιέται. Το έργο διαδραματίζεται από το πρωί έως τα μεσάνυχτα, και συμβαίνουν δύο συνταρακτικά γεγονότα στην οικογένεια: το ένα είναι ότι έχει αρρωστήσει ο μικρός γιος και έχει πάθει φυματίωση, που δεν το ξέρουν ακόμα, αλλά το υποπτεύονται όλοι. Η Μαίρη φοβάται μόλις το αντιλαμβάνεται, γιατί εκείνη την εποχή αυτή η ασθένεια ήταν συνήθως θανατηφόρα. Το δεύτερο τραγικό συμβάν είναι όταν η Ταϋρόουν ξαναπαίρνει μορφίνη για να ηρεμήσει και να ξεχάσει. Σιγά σιγά την υποψιάζονται και οι άλλοι.

  • Αν εξωτερικεύσουμε αυτή την ιστορία, ευθύνονται κάποιοι εξωγενείς παράγοντες για τη δύνη αυτών των ανθρώπων;

Ναι, εννοείται. Η αρχή του κακού ήταν το οικονομικό. Μπορούμε να το εξωτερικεύσουμε, γιατί η οικογένεια είναι η μικρογραφία της κοινωνίας, δεν είναι; Αλλά και πάλι, αν ψάξεις ποιος φταίει, προκύπτει πως είναι το οικονομικό, στο ότι αυτοί ήταν φτωχοί μετανάστες, αυτό θα βρεις αν ψάχνεις τη ρίζα του κακού.

  • Άμα είχατε τρεις λέξεις για να περιγράψετε τον ρόλο σας, ποιες θα ήταν αυτές;

Αθωότητα, Μορφίνη και Αγάπη. Αθωότητα γιατί όπως λέει και ο Ο’Νηλ: πολλές στιγμές φαίνεται πως η μητέρα του δεν έχει χάσει αυτό το κορίτσι που ήτανε.  Μορφίνη, γιατί είναι καθοριστική για τη ζωή της. Αγάπη, γιατί έχει ανάγκη από αγάπη, είναι σαν να εκλιπαρεί την αγάπη των άλλων, και τους αγαπάει και αυτή πολύ, τους αγαπάει πάρα πολύ.

  • Σε αυτό το δραματικό δρώμενο, υπάρχει κάποια κωμική εμβολή, που να αποφορτίζει το βαρύ συναισθηματικό φορτίο;

Έχει και λίγο χιούμορ μέσα, όλα τα μεγάλα έργα έχουν κωμικά αποκόμματα. Ακόμη και ο Οιδίποδας, για παράδειγμα, του Σοφοκλή, έχει τον εξάγγελο, που είναι ένα κωμικό στοιχείο, και το λέμε κωμική ανακούφιση. Κάθε έργο έχει την ανάγκη μιας κωμικής επέμβασης.

  • Πριν βγείτε στη σκηνή, ποιες σκέψεις και συναισθήματα εναλλάσσονται μέσα σας;

Προσπαθώ να μπω μέσα στο παραμύθι που έχει αρχίσει…

  • Έχετε άγχος ακόμη και σήμερα;

Έχω πολύ μεγάλο άγχος! Χτες κοιμήθηκα στη μία τα ξημερώματα… πέντε η ώρα το πρωί το μάτι μου ήταν γαρίδα και άρχισα να λέω τον ρόλο μου. Και βέβαια έχεις αγωνία. Από την άλλη, αυτό έχει και περίεργη απόλαυση. ‘Ισως είμαστε και λίγο περίεργοι οι ηθοποιοί, αλλά είναι  τόσο περιπετειώδες να είσαι πάνω στη σκηνή με τους άλλους ηθοποιούς και να ζείτε αυτό το παραμύθι. Επίσης, η σκηνή είναι και ένας χώρος που σου επιτρέπει αυτά που κοινωνικά δεν είναι επιτρεπτό να κάνεις: δεν μπορείς να βγεις στον δρόμο και ν’ αρχίζεις να ουρλιάζεις και να κλαις.

  • Βιώνετε την «κάθαρση» στο θέατρο;

Η υποκριτική έχει μια λύτρωση. Στο συγκεκριμένο έργο, ή σε παρόμοια που έχουνε κάτι το τραγικό, κάτι το δραματικό, περπατάς μέσα από το σκοτάδι. Το «Ταξίδι μακριάς μέρας μέσα στη νύχτα» μιλάει πολύ για τον θάνατο. Η Μαίρη σκέφτεται συνέχεια τον θάνατο του πατέρα της, του μωρού της, φοβάται πως το μικρότερο παιδί της θα έχει την ίδια κατάληξη, και βυθίζεται στον φόβο και το πένθος. Όταν ένα έργο είναι ανθρώπινο και συγκινητικό, νιώθεις, στο τέλος, μια λύτρωση. Σίγουρα σε καταπονεί, γιατί το ζεις, ταυτίζεσαι, δεν μπορείς να μην ταυτιστείς.

  • Για κάποιον καιρό απείχατε από το θέατρο, αισθανόσασταν κάποιο κενό τότε;

Μου έλειπε πολύ. Η κόρη μου λέει πως όταν παίζω έρχομαι στα ίσα μου. Τα παιδιά είναι ανελέητα (χαχα).

  • Μπορεί ο ηθοποιός να ξεχάσει να «υποκρίνετε»;

Αυτό που είναι καταπληκτικό με αυτή τη δουλειά και με αυτή την τέχνη, είναι ότι τελικά όσο μεγαλώνεις, τόσο περισσότερες εμπειρίες αποκτάς. Όσο πιο πολλά χαστούκια έχεις φάει, τόσο περισσότερες χαρές έχεις εισπράξει. Όσο πιο πολύ έχεις ζήσει στο θέατρο,  νομίζω τόσο πιο πολύ μπορείς να ωριμάζεις και ως ηθοποιός.

  • Μας κάνει το θέατρο καλύτερους ανθρώπους;

Δεν ξέρω! Θα ήθελα να μπορώ να πω «ναι, μας κάνει», δεν το ξέρω. Σίγουρα μπαίνεις στις ζωές των άλλων, κολυμπάς στα παπούτσια του αλλουνού, μπαίνεις στη θέση κάποιου. Αν αυτό τελικά σε κάνει πιο ευαίσθητο απέναντι στον πραγματικό άνθρωπο που έχεις στη ζωή σου, αυτό δεν το ξέρω, θα ήθελα να ελπίζω πως ναι, θα ήθελα να το ελπίζω.

  • Η δημιουργία του Θεάτρου Εξαρχείων… Ένας χώρος «σταθμός» της Τέχνης

Το Θέατρο Εξαρχείων είναι ένα κτήριο του 1880, 1890. Ανήκε στην οικογένεια του Γενναδίου. Ύστερα πέρασε από πολλούς ιδιοκτήτες, από χέρι σε χέρι. Εμείς ψάχναμε να βρούμε κάποιο φτηνό κτήριο, γιατί δεν είχαμε λεφτά, στα Εξάρχεια, γιατί μας άρεσαν τα Εξάρχεια ως γειτονιά. Είναι η γειτονιά της αμφισβήτησης, των ιδεών, των ζυμώσεων, των φοιτητών. Είναι ένα διατηρητέο κτήριο, οπότε ήταν και σε καλύτερη τιμή.  Με τον άντρα μου αγαπάμε πολύ τα παλιά κτήρια, και το συγκριμένο το θέλαμε πολύ. Τότε υπήρχαν πολλά εγκαταλελειμμένα κτήρια, και ήταν και λίγο πεσμένες οι τιμές. Επιλέξαμε αυτόν τον χώρο γιατί η αισθητική του μας γοήτευσε, αγαπάμε πολύ το νεοκλασικό, κι έτσι ο δρόμος της Τέχνης μας έφερε σε αυτόν τον μικρό παράδεισο.

  • Ποια ήταν τα πρώτα έργα που ανεβάσατε σε αυτό το θέατρο;

Το πρώτο έργο που ανεβάσαμε εδώ ήταν του Γιώργου Διαλεγμένου, το «Μην ακούς τη βροχή», μετά ήταν του Γιώργου Μανιώτη, το «Τάξη και αταξία». Έχουμε σαν στόχο και από τον Πειραιά και εδώ, με πολύ λίγες εξαιρέσεις, ν’ ανεβάζουμε έργα που παίζονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, είτε από σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, είτε από σύγχρονους Αμερικάνους, Άγγλους κ.ά. Ακόμη και έργα του Μίλλερ που ανεβάσαμε, ήταν έργα που δεν είχανε ξαναπαιχτεί ποτέ εδώ, μας ενδιέφερε να συστήσουμε στον κόσμο καινούργια έργα, καλών συγγραφέων.

  • «Στην Ελλάδα σήμερα πρέπει να αγωνίζεσαι σκληρά για να είσαι καλλιτέχνης. Τα πάντα είναι εναντίον της δημιουργίας και της Τέχνης», σε μια συνέντευξη που παραχωρήσατε στην εφημερίδα «Αυγή» είπατε αυτά τα λόγια, μπορείτε να τ’ αναπτύξετε;

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει μια χαραγμένη κρατική πολιτική για τον πολιτισμό, κάτι το οποίο είναι ένα πάγιο έτοιμα των καλλιτεχνών, των ηθοποιών, των σκηνοθετών, των κινηματογραφιστών, των εικαστικών και των συγγραφέων. Πρέπει να χαράξουμε μια πολιτική, ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα θα κυβερνά, πρέπει να δίνονται κάποια κίνητρα, κάποιες επιχορηγήσεις. Είναι αναγκαίο η κεντρική εξουσία ή το υπουργείο πολιτισμού να κάνει προγράμματα, δράσεις μαζί με τους δήμους, μαζί με τις τοπικές κοινωνίες, μαζί με τα Πανεπιστήμια, ώστε να προάγει τον πολιτισμό, αλλά με πρόγραμμα, με στόχους, με σχέδιο, οργάνωση. Στην Ελλάδα, τώρα, δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο, και μάλιστα με την κρίση, δεν υπάρχουν καν συλλογικές συμβάσεις: όλοι οι ηθοποιοί είναι ψηλο-κρεμάμενοι, κάνουν άλλη δουλειά πλέον, δεν μπορείς να κάνεις Τέχνη έτσι, έτσι γίνεσαι ερασιτέχνης, δεν είσαι επαγγελματίας. Είμαστε φτωχή χώρα, πάντα ήμασταν, αλλά είναι πάγιο το έτοιμα αυτό των καλλιτεχνών, να χαραχτεί μια πολιτική για τον πολιτισμό.

  • Συμβουλή σε έναν νέο ηθοποιό…

Ποτέ δεν πρέπει να απογοητεύεσαι, ιδίως άμα αγαπάς αυτό που κάνεις,  πρέπει να έχεις πίστη και δύναμη, πάντα! Σε καλές και σε κακές εποχές δεν πρέπει να απογοητεύεσαι. Αυτό που χρειάζεται, είναι να πιστεύεις πολύ σε αυτό που κάνεις, και να προσπαθείς να καλλιεργείς συνέχεια τον εαυτό σου, να διαβάζεις, να βλέπεις τα πάντα, να πηγαίνεις σε εκθέσεις, σε μουσεία, σε συναυλίες, να ζεις, να ερωτεύεσαι, να έχεις περιέργεια για όλα, και να πιστεύεις στο μέσα σου και όχι σε αυτό που θέλει η κοινωνία να σου επιβάλλει ότι είναι το πετυχημένο και το σωστό, αλλά αυτό που εσύ ο ίδιος έχεις στο μυαλό. Πρέπει να έχεις ένα όραμα, σε αυτό πρέπει να πιστεύεις, και να μην σκέφτεσαι πώς θα το δουν οι άλλοι.  

«Ταξίδι μακριάς μέρας μέσα στη νύχτα» του Γιουτζήν Ο’Νηλ

Για 3 ακόμη παραστάσεις έως 20 Μαΐου

 

Συντελεστές

Στέφανος Κυριακίδης (Ταϋρόουν), Αννίτα Δεκαβάλλα (Μαίρυ), Χάρης Μαυρουδής (Τζέημι), Γιώργης Βασιλόπουλος (Έντμοντ)

Μετάφραση-σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Κοέν

Σκηνικά-κοστούμια: Χριστίνα Κωστέα

Κινηματογραφήσεις: Ρέινα Εσκενάζυ

Φωτισμοί: Αλέξανδρος Αλεξάνδρου

Βοηθοί σκηνοθέτη: Αλίκη Μπομποτά-Τίφανη Δανιήλ

Επικοινωνία-προβολή: Άντζυ Νομικού

Διεύθυνση παραγωγής: Λευτέρης Κώτσης

Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας

Ημέρες και ώρες παράστασης

Παρασκευή& Σάββατο στις 21.00, και Κυριακή στις 20.00

Τιμές εισιτηρίων: γενική είσοδος € 15 / μειωμένο € 10

Διάρκεια παράστασης: 120 λεπτά.

Θέατρο Εξαρχείων

Θεμιστοκλέους 69,

τηλ.210/3300879

Τάνια Νικολοπούλου

Είμαι παιδί της επικοινωνίας και του χαμόγελου και με αφορμή την μέχρι τώρα πορεία μου σε αυτή τη ζωή, θέλησα να «χρωματίσω» τον κόσμο με τη δική μου παλέτα. Έτσι δημιούργησα με πολύ αγάπη το δικό μου διαδικτυακό αποτύπωμα, το likewoman.gr, θέλοντας να γεμίσω τους ανθρώπους και ιδιαίτερα τις γυναίκες με τη δική μου αστερόσκονη. Πάντα λέω ότι «εκεί έξω βρίσκονται τα πιο μαγικά πράγματα…μη φοβάσαι λοιπόν να τα περπατήσεις».

RELATED

Absolute Feminine Stories

© , LIKEWOMAN
All rights reserved
Created by Advalue