Survivor…


22 Ιούν 2017

Survivor

Γράφει η Σταυρούλα Ζάμπρα

Είναι μεσάνυχτα και είμαι μόνη. Όχι από επιλογή. Κάθομαι στο παγκάκι μιας πλατείας και κοιτάζω το πολύχρωμο σιντριβάνι. Νιώθω μόνη, πιο μόνη και από τις σταχτοπούτες. Ταυτίζομαι πια απόλυτα με το ποίημα του Φρανσουά Βιγιόν ” Στον τόπο μου ενώ ζω είμαι τέλεια ξένος….” Αναπολώ τα παιδικά μου χρόνια. Τότε που τα όνειρα ήταν ακόμα ζωντανά. Τώρα πια σηκώνω νεκρά χρόνια επιβίωσης. Λίγο φαγητό και καμία βόλτα στην πλατεία μου επιβάλει η μοίρα να τα δω αρκετά. Δουλειές του ποδαριού, ψίχουλα για λεφτά και κάτι νόμοι που σ’ αφήνουν εκτός συναγωνισμού στη ζωή. Εγώ αγαπητή κοινωνία δεν είμαι συνένοχος σε αυτόν τον θάνατο. Ήρθα στη ζωή από έρωτα και όνειρα και τώρα εσύ με ευνουχίζεις λίγο- λίγο κάθε μέρα. Θα έπρεπε σήμερα να είμαι σε κάποια θάλασσα και να κάνω έρωτα με τον -ευνουχισμένο πλέον από δουλειά και ζωή- φίλο μου. Να συζητάμε για το άπειρο της ζωής. Κι όμως κάθομαι στη πλατεία και κοιτάζω τα αυτοκίνητα να πηγαινοέρχονται. Ένα “μπαμ” πάνω μου ίσως να είναι μια κάποια λύση. Αυτές τις σκέψεις τις κάνω, γιατί κουράστηκα πολύ σήμερα στη δουλειά, είμαι σχεδόν άυπνη και δεν έχω λεφτά. Ο – εργοδότης κοινωνία- πήγε Πασχαλινές διακοπές και ξέχασε να με πληρώσει. Τελευταία με πιάνει και μια θλίψη καθώς πηγαίνω σπίτι μου. Το κοινόχρηστο φως της πολυκατοικίας διεκόπη ακαριαία όπως οι καρδιοπαθείς καρδιές μας. Με λένε Σταυρούλα, Μαρία, Ελένη, Κώστα, Μανώλη ….. και ακούω σε χιλιάδες απεγνωσμένες φωνές. 

Όση ώρα οι δείκτες του ρολογιού τρέχαν προς το μάταιο το τοπίο γύρω μου άλλαζε συνεχώς….

Μια κυρία κάθισε ακριβώς στο διπλανό παγκάκι. Να και ένας κύριος με ένα παγωτό στο χέρι. Ένα περιστέρι τρώει ψίχουλα κάτω από το παγκάκι μου. Ένα μικρό κοριτσάκι τρέχει γελώντας στο δρόμο προσπαθώντας η μαμά του να το πιάσει. Το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα και όλοι άξαφνα κοιταχτήκαμε. Η κυρία δίπλα μου, μου χαμογέλασε. Ο κύριος με το παγωτό πρότεινε να μας κεράσει από ένα. Το Περιστέρι κάθισε πάνω στον ώμο μου και το κοριτσάκι μας χαιρετούσε από μακριά. Τα χρώματα τις νύχτα έλαμψαν ξαφνικά. Είμασταν -φαινομενικά- άγνωστοι άνθρωποι μεταξύ μας , με κοινό όμως παρανομαστή το ίδιο βλέμμα. Ένιωσα πως μόλις ενηλικιώθηκα υπαρξιακά. Κατάλαβα πως μπροστά σε όλα τα αδιέξοδα η απάντηση θα είναι πάντα ίδια. Το χέρι η το βλέμμα κάποιου που θα μας “φωνάζει” -Κοίτα πόσο μοιάζουμε…δεν είσαι μόνος.-

Πατρίδα μου δεν είσαι υλιστική όσο και αν θέλουν να σε κάνουν. Σήμερα δεν θα σε κλάψω. Σαυτόν τον τόπο δεν ήμουν και δεν θα’μαι ποτέ μόνη…

RELATED

Absolute Feminine Stories

© , LIKEWOMAN
All rights reserved
Created by Advalue