Τα παιδικά μάτια φωνάζουν: “Μπαμπά, δε βλέπω”

Γράφει η Σταυρούλα Ζάμπρα
 
Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα μικρό κοριτσάκι, η Νεφέλη. Ζούσε με τους γονείς της σε ένα όμορφο σπίτι δίπλα στη θάλασσα. Δεν είχε άλλα αδέρφια. Είχε όμως πολλά παιχνίδια, αγαπημένες κούκλες που συνομιλούσε μαζί τους τα βράδια. Τους άλλαζε φορέματα, σπίτια και για ώρες κρατούσε συντροφιά στους φίλους του φανταστικού της κόσμου. Την ώρα που η Νεφέλη έπεφτε στο κρεβάτι, έπαιρνε μαζί της όλες τις κούκλες. Έστρωνε πάνω στο κρεβάτι της τα κρεβατάκια των φίλων της και άφηνε για εκείνη μια μικρή γωνίτσα. Όταν ο μπαμπάς της γύριζε από τη δουλειά, πήγαινε στο δωμάτιο να την φιλήσει και να αδειάσει από το κρεβάτι της το μονάκριβο παράδεισο της μικρής Νεφέλης για να της δώσει χώρο να κοιμηθεί πιο άνετα. Το πρωί, που ξυπνούσε να πάει στο σχολείο, γκρίνιαζε λίγο στη μητέρα της για την απάνθρωπη πράξη του πατέρα της.
Η λέξη «απάνθρωπη» ήταν μια καινούρια λέξη στον κόσμο της Νεφέλης. Αρκετά βράδια συνεχίστηκαν με την ίδια ακριβώς ροή. Και για αρκετά πρωινά η Νεφέλη αντιλαμβανόταν  πόσο απάνθρωπα είναι τα μοναχικά βράδια, μακριά από τους μικρούς της ήρωες. Ένα απόγευμα ο μπαμπάς της γύρισε σπίτι. Η Νεφέλη ξαφνιάστηκε που ο μπαμπάς της γύρισε πριν σκοτεινιάσει εντελώς. Με το φως μετρούσε τη ζωή της. Σκέφτηκε πως, επιτέλους, θα έχει το χρόνο που χρειάζεται για να τον κατσαδιάσει για την ύπουλη νυχτερινή του πράξη και να του εξηγήσει πως οι φίλοι της φοβούνται μακριά της τα βράδια. Έπεσαν στο κρεβάτι παρέα. Πριν προλάβει καλά καλά να αρχίσει να συστήνει τις φίλες της στο μπαμπά της, εκείνος αποκοιμήθηκε από την τόση κούραση της ημέρας. Έμεινε δίπλα του σχεδόν άυπνη μέχρι που το φως χτύπησε ξανά το παράθυρο του δωματίου της. Ήξερε πως, όταν το φως έρθει, ο μπαμπάς της θα φύγει πάλι. Και ποιός ξέρει πότε με φως θα τον ξαναέβλεπε… Τον σκούντηξε πριν καλά καλά ξυπνήσει. «Ξύπνα, μπαμπά. Δε βλέπω» του φώναξε. Ο μπαμπάς της ξύπνησε με πανικό. Της έκανε νοήματα με τα χέρια. «Πες μου, τι βλέπεις;» τη ρωτούσε σαστισμένος. «Τίποτα, μπαμπά». Πέρασαν μερικά αιώνια λεπτά αγωνίας. Ο μπαμπάς της πήρε τηλέφωνο στη δουλειά του. Ενημέρωσε πως θα αργήσει, πως ίσως δεν θα πάει καθόλου σήμερα. Κλείνοντας το τηλέφωνο, κοίταξε τη Νεφέλη που δε μπορούσε να κρατηθεί από τα γέλια. «Νεφέλη, γιατί γελάς; Δεν πιστεύω να μου λες ψέματα…» είπε ο μπαμπάς της. « Όχι μπαμπά, αλήθεια δε βλέπω, αλλά το στόμα μου δε μπορεί να μείνει σοβαρό από τη χαρά του που θα μείνεις σήμερα μαζί μου». Το απόγευμα γύρισε στο σπίτι με το μπαμπά της από το γιατρό. Φυσικά και τα μάτια της έβλεπαν. Περισσότερα από όσα οι ενήλικες βλέπουν…. Η Νεφέλη ήθελε λίγο περισσότερο μπαμπά….. Πήγαν μια βόλτα, έφαγαν παγωτό και έπαιξαν με τα παιχνίδια της μέχρι που σκοτείνιασε εντελώς…. Και ο κόσμος έλαμψε στα μάτια της Νεφέλης ξανά…
 
Επιμέλεια κειμένου: Νατάσα Παππά

RELATED

Absolute Feminine Stories

© , LIKEWOMAN
All rights reserved
Created by Advalue