Πότε πρωτοδιδάχθηκες το «πρέπει»! Θυμάσαι?…όχι βέβαια, διότι γεννήθηκες με αυτόν το προγραμματισμό!

Θυμάσαι?…όχι βέβαια, διότι γεννήθηκες με αυτό τον προγραμματισμό. Καί ενώ όλο ακούς τον όρο ελευθερία, δεν μπορείς και να χαμογελάσεις και πολύ πλατιά.

Γιατι έχει γίνει πια προγραμματισμός. Έχει γίνει εθισμός αυτό το άκουσμα. Ακλόνητο δείχνει σε θωριά και σε επιρροή επάνω σου. Δεν μπαίνεις καν στην διαδικασία να σκεφτείς να πράξεις αντίθετο από αυτό που ορίζει. Και νομίζει ότι μόνο οι γονείς φταίνε για τον πόνο αυτού του πρέπει που δεν μπορείς να ξεφορτωθείς.
Όμως και εκείνοι πιο σκληρά διδάχθηκαν το ράπισμά του στις πλάτες τους. Και με βουβό πόνο και ανίκανο ρυθμό λαλιάς σε κοιτούν πια να προσπαθείς. Να προσπαθείς τόσο πολύ να αλλάξεις σαν να αλλάζεις το χέρι της γραφής.
Και σαν πνίγεσαι στα νερά της μνήμης προσπαθείς στα κατακάθια του βάλτου να βρείς μνήμες χαράς και ελευθερίας να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.
«Έπρεπε να γίνει αυτό και έτσι δεν κάναμε το άλλο….»
«Ίσως να ήταν διαφορετικά τα πράγματα αλλά έπρεπε να κανουν υπομονή σε κείνο και κείνο και κείνο» και βρίσκεσαι να αναστενάζεις μπροστά στον καθρέφτη της νιότης σου..που ούτε πόσο όμορφος θα σου πεί πως είναι….ούτε και θα σε νταχτιρντίσει στην αγκαλιά της λήθης..Μα ένας καθρέφτης που βγάζει τα μείχια της ψυχής στην επιφάνεια. Και σε καλεί να αντιμετωπίσεις την ευθύνη σου.

Μια ευθύνη που σε καλεί ούτε να συγκρίνεις μα ούτε και να κακιώσεις….ούτε να κλάψεις ούτε και να σωπάσεις. Μόνο να ατενίσεις τον ορίζοντα και να πεις «τι θέλω και τι μπορώ να κανω». Και εκεί βάζεις μια μεγάλη διαχωριστική γραμμή
Στο ποιος ήσουν και τι επέτρεπες να κουβαλάς και στο ποιος μπορείς να είσαι μέσα από την πρόθεση σου να σε ανακαλύψεις. Και εκεί και το ίδιο σου το σώμα αντιδρά πια,. Λύνει τους κάβους η γαλέρα σου και ξεχύνεται σε ωκεανούς με περίσσια χάρη να ανακαλύψει. Και τα μάτια σου δεν σταματούν να κοιτούν μακριά, σταθερά σε εκείνο το σημείο που εσύ ονομάτισες «Τι μπορώ να κάνω».

Βλέπεις και το «πρέπει» μια πρόκληση είναι. Που σου ζητά πρώτα να την καταλάβεις και να την τακτοποίησεις. Να την διαχωρίσεις από την Ταυτότητα σου και να της επιτρέψεις να κάνει κουμάντο στα πεδία σου για τόσο όσο ειναι απαραίτητο να σταθείς στα ποδάρια σου. Μετά ξεκίνα και κλώτσα ό,τι δεν χρειάζεται.
Και εκεί που αφήνεις ό,τι δεν χρειάζεσαι εκεί εγείρεται η «Αδικία».Το θυμωμένο παιδί μέσα σου που πια σε κάθε άρνηση απαιτεί προσοχή …δεν δέχεται τον όρο υπομονη και επιμονη να υπάρχει γύρω του. Ζητά και ό,τι ζητά το θέλει Τώρα. Αλλο ενα ακρο που πρεπει να το κοντύνεις μέχρι να παει στην μέση. Και αυτό πια είναι που θέλει μαεστρία. Γιατι τώρα που τόση ελευθερία έχεις στα χέρια σου δεν ξέρει τι να την κάμεις, πώς να την καθοδηγήσεις στην γαλλήνη και την αρμονία και να την καθαγιάσεις με το «συγχωρώ». Θεριά που έχουν φτιαχτεί από λάβα παλεύουν μεταξύ τους η συγχώρεση και η ελευθερία. Η μια να αγκαλιάσει και η άλλη από φόβο αντιδρά μη τυχόν και εγκλωβιστεί ξανά στο κελί του «πρέπει»

Και εδω μια είναι η αιώνια μάχη του καλού και του κακού. Δεν υπάρχει πουθενά αλλού μα μόνο μέσα σου απ’άκρη σε άκρη. Και για μια ολάκερη ζωή σε καθορίζει ή το τακτοποιείς και προχωρείς. Και σείεται η σπονδυλική σου στήλη από το βάρος που επιτρέπεις και θαρρείς θα σώσεις όλο το κόσμο ενώ εσύ όλα τα έχεις τακτοποιημένα…..και κοιτάς να κρατηθείς για βοήθεια από κάποιον ή καπου όμως τίποτε δεν αρκεί. Γιατι αυτη η σκέψη ελευθερίας σου δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή από κανέναν και δεν επιτρέπει σε κανέναν να εισέλθει μέσα της. Και γίνεται τρώγλη από εμμονές και θυμό και εκδικητικότητα. Και πνίγεσαι από το «Έλεος» και το «Κανένας δεν με ακούει» . Και πάλι από την αρχή. Και πάλι κοιτάς να ενώσεις το «θέλω» με το «τι πρεπει» να κάνω. Και εκεί ακούς πάλι εκείνη την σιγανή φωνούλα από τα τρίσβαθα της ψυχης σου «είδες …έπρεπε να φτάσεις εδώ για να κατανοήσεις ότι η ελευθερία είναι μέσα σου αρκεί να την εμπιστευθείς».

Και με απόγνωση κοιτάς τα γραπτά των σκέψεων σου καθώς αποτυπώνονται στα επιτεύγματά σου. Και εκει βλέπεις την απόγνωση, τον φόβο και τον θυμό να αφεντεύουν και τα λιγοστά γραπτά του «ηλικιωμένου τώρα» σου που εγέρωχα διατυπώνει «ήρεμα και αρμονικά κοιτώ να πορευθώ..και δεν κοιτώ πίσω μα μόνο το Τώρα που στέκομαι απάνω του. Γιατι μόνο τούτο είναι πραγματικά ελεύθερο και χαρούμενο. Μόνο το τώρα»

Και εκεί η πένα του ακούμπησε απαλά, σαν μωρό που ακουμπάς στο απαλό κρεβάτι του για ύπνο. Κοιτάζοντας έξω στην μεγάλη ανθισμένη αυλή ένιωσε ευγνώμων για το δώρο που τα μάτια του αντίκρυζαν. Μια φεγγοβολιά χρωμάτων και ανάγκης για Ζωή. Και εκεί απαλά έτριξε η πόρτα του γραφείου του.
«Πατέρα να μπώ ή ενοχλώ?» και εκεί ο γηραιός ένιωσε εκείνο το «ενοχλώ»,σακί βαρύ γεμάτος μνήμες αρνησης και απομόνωσης από ότι είχε δίπλα του γεμάτο χαρά.
«Όχι γιέ μου..δεν ενοχλείς..είναι πάντα την πιο ιδανική ώρα αυτό το τρίξιμο της πόρτας»
«Τι έγραφες?»

«Κάτι που δεν είναι η ιδανική ώρα να το κατανοήσεις γιε μου. Και εύχομαι αλαφρυς να΄ναι ο δρόμος αυτή.»

Αργυρώ Λεντούδη facebook

 

Αργυρώ Λεντούδη

Γεννήθηκα και µεγάλωσα στο Νέο Καρλόβασι Σάµου. Εδώ και πολλά χρόνια ασχολούμαι µε τον εσωτερισµό, την αυτογνωσία, τις ενεργειακές και θεραπευτικές δυνάµεις των κρυστάλλων και την συγγραφή.

RELATED

Absolute Feminine Stories

© , LIKEWOMAN
All rights reserved
Created by Advalue