Όταν ήμουν παιδί…

Όταν ήμουν παιδί, έβλεπα τον εαυτό μου με άλλα μάτια. Αλλά και μέσα από τα μάτια των άλλων. Δεν είχα τοποθετήσει κανέναν τίτλο για μένα. Απλά κοιτούσα τι έβλεπαν σε σχέση με μένα.

Η ζωή ήταν ένα συνεχές παιχνίδι και μια ατέλειωτη περιπέτεια. Μια συνεχής αναζήτηση, εξερεύνηση για τα πάντα με αστείρευτη περιέργεια. Τι είναι το κάθε τι, πως έγινε, ποιος το έκανε, από τι και ποια η χρήση του;
Ακόμα και οι ιστορίες των γιαγιάδων ήταν συναρπαστικές, υπέροχες και αληθινές όχι σαν τα παραμύθια ακόμα καλύτερες. Πως μεγάλωσαν, τι έκαναν, πως ήταν οι συνθήκες με τις οποίες ζούσαν, τι χαρακτήρες διαμορφώθηκαν, αν αγαπάνε κάποιους και ποιοι είναι αυτοί;

Έβλεπα τον κόσμο μέσα από πολλά μάτια και στόματα και αυλές. Βλέπεις πρόλαβα μια εποχή που οι αυλές ήταν χαρακτηριστικό των σπιτιών μας. Πόρτες και καρδιές ανοιχτές. Λίγα μυστικά. Όχι ότι δεν υπήρχαν αλλά και αυτά είχαν την γοητεία τους. Όλα ήταν προς εξερεύνηση. Μικρόκοσμοι στα όρια της αυλής που αλληλοεπιδρούσαν μεταξύ τους στις γειτονιές. Και όλες οι γειτονιές διαμόρφωναν την συνοικία και αυτές την πόλη και ούτω καθεξής.
Οι άνθρωποι είχαν ονόματα ασυνήθιστα, κυρά Αθανασία, κυρά Αρετή, κυρά Ευπραξία, κυρά Ευανθία, κυρά Κασσιανή, κυρά Όλγα, κυρά Μαλβίνα. Κρίμα έχω ξεχάσει πολλά από αυτά.

Όμως δεν είχαν ταμπέλες κανένας τους. Όχι όπως σήμερα τουλάχιστον. Είχαν επαγγέλματα αλλά δεν τους χαρακτήριζαν. Τους χαρακτήριζε η ζωή τους στο τώρα και η σχέση τους με το παρελθόν. Ότι κουβάλησαν τους διαμόρφωσε και με αυτό μεγάλωσε η γενιά μου. Πήραν το δικό τους βίωμα και μεγάλωσαν εμάς διαφορετικά από εκείνους και εμείς διαμορφώσαμε το σήμερα και τα δικά μας παιδιά.
Όλα ήταν μια ατέλειωτη περιπέτεια, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, που δεν περίμενα ή που οργάνωνα και προγραμμάτιζα απλά συνέβαινε και ήταν υπέροχο και μοναδικό. Σε ένα παιδί σαν εμένα δεν έφτανε ο χρόνος ποτέ.

Εκείνη την εποχή όλα είχαν σημασία. Έψαχνα τα πάντα και δεν δεχόμουν μια απάντηση στα γιατί μου αλλά συνέχιζα να ερευνώ το θέμα ακόμα και να πειραματίζομαι αν είναι αλήθεια ότι λέγεται.
Έκανα λάθη και σωστά, αλλά έμαθα την υπερβολή και την έλλειψη και την αλήθεια.

Μια μικρή ερώτηση γεμάτη έκπληξη που λέει ένα παιδί όταν μαθαίνει ή ακούει κάτι για πρώτη φορά «αλήθεια;» όταν βεβαιωθεί, τότε ξέρει.
Δεν ξέρεις γιατί έχεις τόσες ερωτήσεις αλλά έχεις θέληση να μάθεις και η μια ερώτηση δημιουργεί μια δεύτερη και μετά εκείνη δημιουργεί μια τρίτη και μετά άλλη και άλλη και συνειδητοποιείς πόσα λίγα ξέρεις και συνεχίζεις να αναζητάς. Αυτό κάνει όμως την ίδια την ζωή συναρπαστική.

Και ξυπνάς μια μέρα και είσαι μεγάλος πια και δεν είσαι ο εαυτός σου αλλά το επάγγελμα σου. Δεν έχεις άλλες ερωτήσεις γιατί από ένα σημείο και μετά δεν σε καλύπτουν οι απαντήσεις. Δεν υπάρχει αλήθεια και σταματάς να ρωτάς, να ψάχνεις, να εξερευνάς γιατί φοβάσαι τι θα ανακαλύψεις.

Πως έγινε αυτό; Που πήγε το συναρπαστικό; Αυτή η ανυπέρβλητη χαρά της ανακάλυψης μιας γνώσης, μιας αλήθειας; Πότε έπαψα να είμαι ο εαυτός μου και είμαι εκείνη που μου όρισα εγώ και οι άλλοι; Ένα επάγγελμα; Ένας χαρακτήρας; Πότε οριοθετήθηκα; Δεν είμαι αυτό. Είμαι μια εκδοχή ενός ανθρώπου που διάλεξα εγώ να είμαι μέσα από τα βιώματά μου.

Αλλά το παιδί είναι εδώ μαζί μου παρόλο που δεν το βλέπω στον καθρέφτη μου, το βλέπω στην ψυχή μου. Βλέπεις το όριο της φθοράς της σάρκας δεν αγγίζει το παιδί. Συνεχίζει το ταξίδι της εξερεύνησης και της εξέλιξης. Εκείνο μπορούσε να γίνει ότι θέλει, πέρα από όρια.


Είμαι τυχερή που θυμήθηκα να μην ξεχάσω!….ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
 

Follow My facebook page

RELATED

Absolute Feminine Stories

© , LIKEWOMAN
All rights reserved
Created by Advalue